Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008

Παράνοια

Ελένη Μπάλιου (Μάθημα κ. Γιάννη Κωνσταντινίδη)


Πρόσωπα:
Μάνα 45
Πατέρας 48
Κόρη 15
Ινδός φύλακας πάρκου
Σερβιτόρος
Σεφ




Μια οικογένεια είναι σε Κυριακάτικη βόλτα στο βοτανολογικό πάρκο του Μαραθώνα.

Κορίτσι:
-Δεν περπατάω άλλο, κουράστηκα, πεινάω!

Μάνα:
-Ξέχνα για λίγο το φαγητό βρε μωρό μου και κοίτα γύρω σου. Βρισκόμαστε στον πιο σπουδαίο βοτανολογικό κήπο της Ελλάδας.

Κορίτσι:
-Όχι του κόσμου! Τι λες ρε μάνα; Δεν είχαμε πάει και στον Βοτανικό τις προάλλες; Αυτός δεν μου είχες πει ότι είναι ο πιο σπουδαίος της Ελλάδας;

Μάνα:
-Σωστά, είναι ο δεύτερος πιο σπουδαίος της Ελλάδας λοιπόν. Προχώρα!

Κορίτσι:
-Δεν το κουνάω ρούπι! Τι θέλω μωρέ κι έρχομαι μαζί σας; Κουνημένοι και οι δυο! Καλύτερα ν’ ακολουθούσα τη δεύτερη επιλογή που μου δώσατε. Πεινάω σας λέω!

Πατέρας:
-Μα στην δώσαμε γιατί ξέραμε ότι με τίποτα στον κόσμο δεν θα καθόσουν να πλύνεις τα πιάτα και να καθαρίσεις τα κακά του σκύλου. Καλύτερα η καταδίκη της βόλτας μαζί μας.

Μάνα: -Μετά απορείς γιατί βγήκε τόσο τεμπέλα. Δεν της δώσαμε μαζί τη δεύτερη επιλογή. Εσύ το έκανες. Εγώ δεν θα διαπραγματευόμουν με κάτι τόσο σοβαρό. Μου θέλατε και σκύλο! Μας έχει πνίξει το σκατό.

Κορίτσι:- Σας βαριέμαι. Σας βαριέμαι σας βαριέμαι! Τίποτα καλό δεν έχετε να πείτε για μένα;

Πατέρας: -Βρε μωρό μου, δεν σε κατηγόρησε κανείς. Είσαι λίγο τεμπελούλα, αλλά θα στρώσεις. Όλα τα κορίτσια σ’ αυτή την ηλικία είναι.

Κορίτσι: -Ναι; Και τι παθαίνουν μετά; Λοβοτομή; Με φέρατε εκδρομή για να ακούω πάλι για μένα;

Μάνα: -Όχι, τέλος. Πάμε να ρίξουμε μια ματιά στα δέντρα και μετά να καθίσουμε να φάμε.

Κορίτσι: -Πηγαίνετε σεις, εγώ θα μείνω εδώ με τα πράγματα.

Μάνα: -Αυτή η δίψα σου για μάθηση μ’ ενθουσιάζει πάντα….

Κορίτσι: -Καλά μορφωθείτε σεις για την ώρα και μου τα λέτε μετά. Να δω κι αν τα μάθατε καλά. Άντε καλό βόλι.

Πατέρας στη μάνα γελώντας: -Έλα πάμε. (στην κορίτσι πειραχτικά). –Άσε και τίποτα για μας ε; μη τα φας όλα.
Μάνα: -Να μας περιμένεις να φάμε όλοι μαζί. Δεν θ’αργήσουμε. Κοίτα τσίμπα λίγο ψωμί να κόψεις την πείνα σου. Θα σταματήσουμε να δούμε και την έκθεση ενδυματολογίας. Το ήξερες ότι έχει εκθεσιακό χώρο μέσα;

Κορίτσι: -Πεινάω, δεν μπορώ να περιμένω. Θα φάω ένα τοστ. Σιγά μην έχει και έκθεση μοντέλων της φόρμουλα ένα! Άντε πηγαίνετε, σας βαρέθηκα.


Γονείς φεύγουν. Η μικρή στην εξερεύνησή της τριγύρω βρίσκει μια κούκλα σπασμένη. Διαβάζει πάνω της μια πινακίδα «Έκθεμα 3. Ενδυμασία προβικτωριανής εποχής, τοποθετείται στον δέκατο όγδοο αιώνα, προέλευση Αγγλία» Μονολογεί: «Κοίτα να δεις που είχε δίκιο…έχει στ΄αλήθεια έκθεση εκεί μέσα….» Στέκεται για λίγο σκεφτική και μετά ενεργεί γρήγορα. Σκάβει μια λακκούβα δίπλα από τα τραπέζια και θάβει μέσα την κούκλα. Ύστερα ανοίγει την τσάντα για να βρει το ψωμί, αλλά με μια αδέξια κίνηση, αδειάζει το μπωλ με τα παντζάρια στο τραπέζι και κάτω. Κλείνει το μπολ με ότι έχει απομείνει, μαζεύει τα άλλα και τα πετάει στον κάδο. Κόβει μερικά φύλλα από ένα δέντρο και σκεπάζει τα βρεγμένα κάτω, μαζεύει όπως όπως το τραπέζι και την ώρα που έρχονται οι γονείς της, τρώει αμέριμνη το τοστ.

Μάνα: -Πολύ ενδιαφέρον. Έπρεπε να έρθεις, είδαμε απίστευτες ενδυμασίες. Και έξω από το κτίριο έχει πολλά φυτά σαρκοφάγα. Μάνο τρώνε κι ανθρώπινο κρέας αυτά;

Κορίτσι: -Δεν έβαζες το χέρι σου να δεις;
Μάνα: -Τρελή είμαι; Κι αν το’ βρισκε νόστιμο;
Κορίτσι: -Δεν ήρθες ρε μάνα στη ζούγκλα, σε έναν κήπο της Αττικής ήρθες!
Μάνα: Ρε φύλαγε τα ρούχα σου…που ξέρω εγώ ποιο είναι το αγαπημένο φαγητό της (Dionaea muscipula);

Πατέρας: -Και ο φύλακας τι κάνει εκεί μέσα αγάπη μου; Αν ήταν επικίνδυνο δεν θα καθόταν μπροστά του; Δεν θα το είχαν και περιφραγμένο με τρόπο που να μη το φτάνεις; Πως κάνουν με τα φίδια; έτσι.

Μάνα: -Ποιος φύλακας; Δεν τον είδα.


Κορίτσι:-Εσύ δεν βλέπεις αρκούδα στο μισό μέτρο, το φύλακα θα’ βλεπες;

Μάνα: -Που είναι η αρκούδα;

Πατέρας: -Έλα ρε μη την δουλεύεις άλλο. Μα κι εσύ βρε ούφο γυρεύοντας πας. Να την η αρκούδα! (δείχνει τον εαυτό του)

Μάνα: -Αν εσύ είσαι αρκούδα εγώ τι είμαι;

Κορίτσι: -Ούφο, το είπε.

Μάνα: -Τι θα πει ούφο; Ελληνικά είναι αυτά;

Κορίτσι: -Ουφ, ουφ και ω! ω! ω!; Ούφ-ω!. Εσύ. Έλα βγάλε το φαγητό τώρα, αύριο πάλι το φροντιστήριο.
Μάνα: -Να σου δώσω μιαν ανάποδη, να σου πω εγώ παλιομούλαρο που μιλάς έτσι στη μάνα σου. Αι σιχτίρ!
Κορίτσι: -Μπαμπά; Από ποια διασταύρωση προκύπτει το μουλάρι;
Πατέρας γελάει. Η μάνα τον κοιτάζει με απορία.
Μάνα: -Τι αστείο άκουσες τώρα εσύ;
Πατέρας: -Τίποτα δεν άκουσα, κάτι θυμήθηκα. Τι έχουμε λοιπόν εδώ;
Μάνα. -Αγκινάρες γεμιστές με ρύζι, κεφτεδάκια, πατζάρια σκορδαλιά, αυγά βραστά και για την αφεντιά της τοστ.
Κορίτσι: μα καλά αυπνίες είχες; Πότε τα έφτιαξες όλα αυτά;
Μάνα: (χαμογελαστή) Ε μια φορά το χρόνο έχουμε την επετειό μας να μη τη γιορτάσουμε όπως πρέπει;
Πατέρας: Ναι αλλά είναι και καθαρή Δευτέρα, καμιά λαγάνα αγόρασες;
Μάνα: -Ναι για πήγαινε αγορασέ την να δεις πόσα θα την πληρώσεις! Ή λαγάνα μας έλειπε!
Κορίτσι: -Εγώ δεν τρώω αγκινάρες. (Τα σταυρώνει σαν να ξορκίζει) Ότι σου αρέσει δεν το βρίσκεις ακριβό εσύ.
Μάνα: -Μα δοκίμασε να δεις αν σ’ αρέσει! Τις έχω φτιάξει πολύ νόστιμες.
Κορίτσι: -Μόνο τοστ με τυρί και ζαμπόν θέλω. Άλλο ένα πλιζ.
Μάνα: -Βάλε τουλάχιστον κανένα βραστό αυγό μέσα, τι θα τα κάνουμε όλα αυτά;
Κορίτσι: Να τα φάτε εσείς.
Μάνα: -Παιδί μου θα πάθεις αβιταμίνωση! Φάε και τίποτε άλλο…Να, δοκίμασε τα κεφτεδάκια.
Κορίτσι: -Δεν θέλω σου λέω! Πειραματόζωο με πέρασες να τρώω ότι φτιάχνεις;
Μάνα: -Σιγά καλέ, δεν σε δηλητηριάσαμε! Ξέρετε σεις να ζήσετε.. Φάε τουλάχιστον εσύ βρε Μάνο…

Ο πατέρας Μάνος δεν απαντά. Ούτε τις προσέχει εδώ και ώρα. Κοιτάζει κάτω και ψηλαφίζει χώμα με τα χέρια του.

Μάνα: Μάνο; Τι κάνεις εκεί; Τώρα που θα φάμε πιάνεις το χώμα;
Πατέρας: σσσς!
Μάνα: -Καλά κάνε ότι θέλεις. Εμείς τρώμε.
Ακολουθεί σιωπή.
Μάνα(μασουλώντας):-Τι ωραία που είναι εδώ! Γαληνεύει η ψυχή σου. Ακούς τα πουλιά να κελαϊδάνε, τα νερά να τρέχουν, κυκλωμένοι από το πράσινο, όνειρο είναι.

Κορίτσι: -Εγώ ακούω μόνο το στομάχι μου τώρα. Τι το θες το τραπεζομάντιλο ρε μάνα; Στην τραπεζαρία σου είσαι;!

Μάνα: -Μπα; Και που ξέρεις ποιος καθόταν πριν εδώ πέρα; Έτσι θ’ ακουμπούσαμε τα φαγητά μας; Δεν το είδατε σεις, είχε λεκέδες το τραπέζι, ήταν ακόμα υγροί.

Κορίτσι: –Λες όποιος έκατσε εδώ να είχε ηπατίτιδα ή χολέρα; Τι υποχόνδρια θεε μου! Η εξοχή σου έλειπε!
Μάνα: -Λίγο σεβασμό παρακαλώ! Γιατί το βρίσκεις απίθανο να είχε κάποιος μια κολλητική ασθένεια;
Κορίτσι: -Δεν αντέχω. Γιατί δεν έμεινα να καθαρίσω τα κακά του σκύλου;

Πατέρας:-Μια στιγμή, σταματείστε!

Σηκώνει το χέρι του μπροστά στα μάτια του και σηκώνεται από το σκύψιμο στη γη.
Πατέρας: -Αυτό μοιάζει με αίμα!
Μάνα: -Παναγία μου! Γρήγορα σηκωθείτε πάνω. Να πάμε αλλού.
Πατέρας: Ένα λεπτό λέω!

Εξετάζει κι άλλο το χώμα.

Πατέρας: -Να εδώ, έχει περισσότερο. Το έχει απορροφήσει το χώμα αλλά έχει αλλάξει το χρώμα του σε μια μεγάλη επιφάνεια. Ύποπτο!

Μάνα: -Τι λες χριστιανέ μου και με τρομάζεις; Δεν μπορεί να είναι ανθρώπινο αίμα αυτό! Υπάρχουν φύλακες είπες εδώ μέσα. Θα το είχαν δει.

Κορίτσι: -Κι αν είναι ζώου τι ζώο να ήταν ρε μαμά; Γάτα; Σκύλος ή καμιά αρκούδα μέσα στο πάρκο;

Μάνα: -Δεν ξέρω, αποκλείεται πάντως να είναι ανθρώπου.

Κορίτσι: -Says who? Ποιο είναι το είδος από το ζωικό βασιλείο που συναντάς συχνότερα καθημερινά; Αυτό σκοτώσανε.
Μάνα: -Μη λες τέτοια παιδάκι μου και με τρομάζεις!

Πατέρας: -Θα το διευκρινίσουμε τώρα αμέσως. Πάω να ειδοποιήσω το φύλακα.

Ο πατέρας απομακρύνεται και η μάνα μαζεύει βιαστικά τα φαγητά. το κορίτσι ατάραχο.

Κορίτσι: -Μου κόπηκε η όρεξη. Σιχάθηκα. Δεν πεινάω. Θα είχα μείνει σπίτι, θα είχα καλέσει τον Μάκη ν’ ανταλλάξουμε mp3, θα παίζαμε με το playstation τι καλά που θα’ μουν. Καλύτερα τα κακά του σκύλου, παρά που ήρθα με σας τους τρελούς.
Μάνα: -Έλα κι εσύ, αμέσως να μας απορρίψεις για μια ιδέα που μας μπήκε! Να δεις τίποτε σοβαρό δεν θα’ ναι. Και μιας που το ανάφερες, δεν μου αρέσει η παρέα με τον Μάκη.
Κορίτσι: -Δεν είναι σοβαρό; Και τι είναι; Πλάκα; Που πάει ο μπαμπάς τότε; Ότι και να ήταν αυτό που το έχασε το αίμα, σιχαμερό είναι. Και δεν σου ζήτησε κανείς να κάνεις παρέα με το Μάκη.

Εμφανίζεται ο πατέρας με έναν άλλο άντρα..
Δείχνει στον άντρα το σημείο κι αυτός γελάει.

φύλακας: -Αααα, σήμερα πρωί εδώ, κόψανε.. Αυτό εδώ είναι από πρωί, ακόμα φρέσκο..
Πατέρας: -Ποιον κόψανε;
φύλακας:-Δέντρο με κόκκινα φρούτα. Καλό φαϊ από Κίνα . Εδώ όλα κόκκινα πρωί σήμερα.
Κορίτσι: Θέλετε να πείτε ότι εδώ ήταν έτσι βρεγμένα πριν έρθουμε εμείς;
Φύλακας: Εσείς κάνατε αυτό;
Κορίτσι: Όχι όχι!
Πατέρας: -Θέλεις να πεις πως αυτό που έπιασα με τα χέρια μου δεν ήταν αίμα;
φύλακας: -Βλέπεις δέντρο εκεί; Όχι φύλλα τώρα. Ούτε φρούτα κόκκινα.
Πατέρας: -Μα είμαι σχεδόν σίγουρος πως αυτό που έπιασα με το χέρι μου ήταν αίμα. Και δεν έμοιαζε για χρώμα από φρούτα.

Ο άντρας σήκωσε τους ώμους του και πήρε ύφος ειρωνικό.
-Εγώ λέει αυτό, εσύ δικό σου, τι είναι εδώ τώρα; τίγρες; Όχι Αμαζόνιο εδώ, πάρκο Μαραθώνα. Ψάξε βρες.

Ο Πατέρας επιστρέφει στο τραπέζι τους.
-Δεν είναι αίμα, τζάμπα τρομάξαμε. Το είπε και ο φύλακας. Αυτοί οι Ινδοί, πολύ ήρεμος και χαριτωμένος λαός βρε παιδί μου. Συμπαθέστατοι. Βγάλε τώρα τα φαγητά έξω.
Κορίτσι: -Δεν θέλω. Αίμα είναι. Ήταν από πριν.
Πατέρας: Τι λέει; Γιατί αν ήταν από μετά θα έκανε διαφορά; Ρε κάτσε κάτω!
Μάνα: -Έλα παιδάκι μου κι άσε τις κόνξες. Θα καθόμασταν εμείς αν ήταν έτσι; Αφού μας το είπε και ο άνθρωπος, φρούτα από Κίνα. Έλα και σου έχω φτιάξει τοστάκι με καπνιστή γαλοπούλα που σ’ αρέσει. Βάλε κι αυγό μέσα.
Πατέρας: -Βγάλε και τα δικά μας. Αυτό το κόκκινο ζουμί που τρέχει έξω από τη σακούλα τι είναι;
Μάνα: -Δεν μπορεί, αφού τα έχω σε μπολ που σφραγίζει. Για να δω…Παπαααα! Ήταν πολύ ζεστά τα παντζάρια και πέταξαν το καπάκι του μπολ. Πλημμύρισε μέσα κι έξω η σακούλα.
Κορίτσι (μασουλώντας): -Ωραία. Θα φάτε Παντζαρόζουμο σε φόντο κόκκινο από Κινέζικα φρούτα!
Πατέρας: -Οκ, ας τα βάλουμε πάλι στη σακούλα ή μάλλον, ας τ’ αδειάσουμε μέσα στη σακούλα και μετά να βρούμε έναν κάδο. Έχει τουλάχιστον ψωμί;
Μάνα: -Ναι μπόλικο. Φάε και κανένα αυγό. Και αγκινάρες φάε. Έχει και κεφτέδες.
Πατέρας: -Έφαγα αυγό δεν θέλω άλλο και με πειράζουν οι αγκινάρες..
Μάνα: -Μα έχω βράσει τόσα αυγά, θα τα πετάξουμε κι αυτά; Κρίμα στον κόπο μου.
Κορίτσι: Αμαν ρε μάνα με τ΄ αυγά σου, δεν θέλει σου λέει ο άνθρωπος!
Μάνα: -Καλά, φάτε ότι θέλετε. Μου ήρθαν κάτι ψιχάλες.

Η μάνα κοιτάζει τον ουρανό.
-Καλέ πότε μαύρισε έτσι ο ουρανός; Έρχεται μπόρα, καρεκλοπόδαρα θα ρίξει. Σηκωθείτε γρήγορα να προλάβουμε να πάμε στη στάση. Θα γίνουμε μούσκεμα. Ε φάε το αυγό τώρα που το καθάρισες, δεν μπορώ να το βάλω στην τσάντα έτσι!

Κορίτσι: -Σιγά ρε μάνα, θα μας πνίξεις. Τη μια μας λες φάτε, την άλλη σηκωθείτε γρήγορα! Δεν μας αφήνεις να ησυχάσουμε λεπτό. Για μια ψιχάλα!

Μάνα: -Εγώ φταίω; Στον καιρό να τα πεις.
Πατέρας: -Ε και τι έγινε ρε Ασπασία; Έρχεται μπόρα, θα λυώσουμε;
Μάνα: -Κι αν κλείσει το πάρκο και μας κλείσουν μέσα;
Πατέρας: -Α ναι ξέχασα. Έχουμε και τον τσεκουροσκοτωμένο.
Κορίτσι: -Κι αν η γιαγιά Κωστούλα είχε καρούλια τι θα ήταν;

Πατέρας και κορίτσι γελάνε μαζί. Χορεύουν ροκ μέσα στη βροχή. Η Μάνα έχει μείνει ακίνητη, σκυμμένη πάνω από τις σακούλες της στο έδαφος. Οι δυο χορεύοντας την πλησιάζουν και τη σπρώχνουν.

Κορίτσι: -Χαχα, έκρυψε το κεφάλι της για να μη βρέχεται…Η στρουθοκάμηλος.
Πατέρας: -Έλα ρε, γίνεσαι γραφική, σήκω να χορέψουμε. Θυμάσαι που χορεύαμε το riders on the storm έξω από τη ντίσκο και μας κλέβαν τη μηχανή από την πίσω πλευρά; Πως τον πήρα είδηση το λαγωνικό! Έφαγε της χρονιάς του!
Κορίτσι: -Γειά σου πατέρα μου Ράμπο! Πως έμπλεξες με τη μαμά που φοβάται τον ίσκιο της;
Πατέρας: -Το λένε ισορροπίες μωρό μου.

Η Μάνα έντρομη, με το σαγόνι της να τρέμει, δείχνει ένα γυναικείο χέρι που έχει βγει από τη γη στο βρεγμένο χώμα.
Το κορίτσι λιποθυμάει τάχαμου στην αγκαλιά του πατέρα του. Η μάνα μουρμουράει σε παραλήρημα.
Μάνα:-Δεν μπορεί, έχουμε επηρεαστεί ομαδικά. Δεν είναι αυτό που βλέπουμε, δεν είναι αυτό που βλέπουμε. Κάτι άλλο θα είναι.

Πατέρας μονολογεί προβληματισμένος.
-Ρε τον πούστη, γι’ αυτό δεν φόραγε τη φόρμα του φύλακα. Άκου φρούτα! Μας δούλεψε κανονικά. Έπρεπε να το καταλάβω. Το πάρκο είναι εθνικό, του δημοσίου. Δεν θα έβαζαν έναν Ινδό να το φυλάει.

Κορίτσι (πλησιάζει στο σημείο δήθεν τρέμοντας. Το κοιτάζει, μετά κοιτάζει τους δυο με περιφρόνηση). –Καλά σας λέω κουνημένους εγώ! Καλά δεν βλέπετε ότι είναι πλαστικό; Δεν είναι ένα αληθινό χέρι!
Μάνα: -Κι αν από κάτω έχει παιδάκι που κράταγε την κούκλα του που το ξέρουμε;

Κορίτσι: -Ρε μάνα, αν σκότωναν εμένα θα μ’ άφηναν να ακούω και τη μουσική μου; Αν εσένα θα σ’ άφηναν να κρατάς το πλεχτό σου να βγαίνει η βελόνα έξω για σημαδούρα; Τι μαλακίες θεε ακούω σήμερα!

Πατέρας: -Η μάνα σου έχει δίκιο. Μπορεί να βιαζόταν ο δολοφόνος και να μην πρόσεξε πως προεξέχει το χέρι της κούκλας.
Κορίτσι: -Κι αφού βιαζόταν γιατί ήταν ακόμα εδώ μετά τόσες ώρες που του μίλησες; Άρα δεν ήταν ο ξένος.
Μάνα: -Δεν έχεις ακούσει που λένε πως ο δολοφόνος γυρνάει τον τόπο του εγκλήματος; Μπορεί να ήρθε για να δει αν άφησε σημάδια πίσω του.
Πατέρας: -Εγώ δεν σκοπεύω να ξεθάψω για να δω τι είναι από κάτω. Σηκωθείτε να πάμε στην αστυνομία. Μάλλον όχι. Να σκεφτούμε πρώτα τι θα κάνουμε. Δεν μπορεί να σκότωσαν κάποιον εδώ μέσα και να μη γνωρίζει τίποτα ούτε ο φύλακας. Μπορεί να είναι μπλεγμένοι σ’ αυτό και παραπάνω από ένας. Πάμε έξω από δω.
Κορίτσι: -Εεε, σταματείστε! Μια κούκλα είναι, συνέλθετε παρανοϊκοί! Εγω…
Μάνα: -Έχει δίκιο ο πατέρας σου δεν πρέπει να πάμε στην αστυνομία εσύ πάψε τώρα, πάψε! Άσε μας να σκεφτούμε. Τι να κάνουμε Μάνο μου;
Πατέρας: -Δεν ξέρω, πάμε σε κείνο το εστιατόριο το κυριλέ απέναντι από το πάρκο να φάμε με την ησυχία μας και να σκεφτούμε. Να δούμε και τι ξέρουν αυτοί εκεί μέσα. Μπορεί να είναι μπλεγμένοι, θέλω να κόψω κίνηση.

Κορίτσι: -Α θα πάμε να φάμε στο εστιατόριο; Ναι ναι, πρέπει να κόψουμε κίνηση. Να δούμε τι ξέρουν κι αυτοί. Πάμε γιατί έχει δίκιο και η μαμά. Πλακώνει μπόρα και θα μείνουμε νηστικοί. Άσε που θα μας φάει η βροχή στη στάση.
Πατέρας: -Είχε καλό καιρό όταν φύγαμε, που να φανταζόταν κανείς πόσο γρήγορα θα άλλαζε.
Μάνα: -Τι σ’ έπιασε να βγάλεις το αμάξι μας εκτός κυκλοφορίας; Δεν μπορούσες καημένε μέχρι να πάρεις ένα άλλο μεταχειρισμένο; Να τα χάλια μας τώρα.
Πατέρας: -θα προτιμούσες κοντά στα άλλα να σπρώχνεις κι ένα σαράβαλο; Προχωράτε, κουράγιο, φτάσαμε.

Μπαίνουν μέσα στο εστιατόριο τρέμοντας, τινάζονται από τα νερά, βγάζουν τα σακάκια τους, πιάνουν στα γρήγορα ένα τραπέζι. Δείχνουν πολύ ταραγμένοι.

Σερβιτόρος: (πλησιάζει και τους δίνει από έναν κατάλογο). -Καλησπέρα σας, να σας φέρω κάτι να πιείτε;
Μάνα: -Νερό ανθρωπέ μου, γρήγορα λίγο νερό, θεε μου τι σοκ ήταν αυτό!
Σερβιτόρος: -Τι έπαθε η κυρία;
Πατέρας: -Τι έπαθε ε; δεν ξέρεις δηλαδή εσύ τι έπαθε η κυρία; Ήμασταν απέναντι, στο πάρκο. Ακριβώς στο σημείο που κόψανε τα δέντρα με τα κόκκινα φρούτα; Τα κινέζικα; Άκουσες τίποτα εσύ γι’ αυτό;

Σερβιτόρος: -Δεν είδα να κόβουν δέντρα σήμερα, αλλά εγώ ήρθα και αργότερα. Τόσο νωρίς το πρωί είμαστε κλειστά.
Πατέρας: -Κι αφού δεν ήσουν εδώ, πως ξέρεις πόσο νωρίς τα κόψανε; Κάτι δεν μας λες καλά εδώ. Φέρε μας νερά.
Μάνα: -Και τρία πηρούνια και τέσσερα πιάτα άδεια.
Σερβιτόρος: -Άδεια πιάτα; Χωρίς φαγητό μέσα;

Πατέρας: -Όλα στην ώρα τους. Κάτσε να συνέλθουμε πρώτα, να βγάλουμε κι εμείς μιαν άκρη. Έχεις την εντύπωση ότι τα βλέπουμε κάθε μέρα αυτά; Έχεις την εντύπωση ότι είχαμε καμιά όρεξη να τρέξουμε εδώ; Δεν έχουμε και μέσον, να πάμε στην αστυνομία.

Σερβιτόρος: -Μα τι έγινε επιτέλους;
Κορίτσι: -Φέρε αυτά που σου είπαμε, και θα μάθεις. Φέρε μου και μένα μια κόκα κόλα, κι αφού δεν ήσουν εσύ εδώ το πρωί, φέρε κάποιον που ήταν να δούμε τι ξέρει αυτός. Δεν θα μας τρελάνετε εσείς.. Άκου δυο βήματα και δεν άκουσαν τίποτα και δεν είδαν τίποτα. Σιγά μην είδαμε και εφιάλτη ομαδικώς.

Σερβιτόρος: -Θα καλέσω τον σεφ. Αυτός έρχεται εδώ χαράματα.
Μάνα: -Καλεσέ τον. Άντε μπράβο.

Έρχεται ο σεφ και τους βλέπει να έχουν αραδιάσει τα φαγητά τους στο τραπέζι και να τρώνε.
Σεφ: -Τι συμβαίνει κύριοι; Απαγορεύεται να τρώτε δικά σας φαγητά στο μαγαζί μας. Εδώ είναι εστιατόριο δεν είναι το πάρκο.
Πατέρας: -Και ποιος ευθύνεται που δεν είμαστε στο πάρκο απέναντι; Η προτιμούσατε να πάμε στην αστυνομία καλύτερα;
Σεφ: -Δεν καταλαβαίνω, τι αστυνομία; Για ποιο πράγμα μας κατηγορείτε;
Πατέρας: Δεν μου λες κύριε σεφ, φτιάχνεις κανένα πιάτο εσύ, με κόκκινα κινέζικα φρούτα σπεσιαλιτέ;
Σεφ:-Κόκκινα κινέζικα φρούτα; Όχι. Πως τα λένε;
Μάνα: -Χα! Σεφ να σου πετύχει. Τα έχει ακριβώς απεναντί του και δεν ξέρει πως τα λένε. Μάνο, καλά σου έλεγα να πάμε στην αστυνομία. Αυτοί εδώ κάνουν όλοι τους ανήξερους.
Πατέρας: -Τον φύλακα απέναντι τον γνωρίζετε; Τον ινδό;
Σεφ: Δεν ξέρω κανέναν ινδό φύλακα. Τι έκανε αυτός;
Πατέρας: -Α ούτε τον φύλακα ξέρεις. Μπας τον ξέρει κανένας άλλος εδώ μέσα; Μπας ξέρει κανένας εδώ μέσα λέω, τι σημαίνει το κόκκινο χώμα στη ραγδαία βροχή;
Κορίτσι: (ψιθυριστά στον πατέρα της): Πατέρα, Κόκκινο χώμα και ραγδαία βροχή το λένε. Μυθιστόρημα είναι.
Πατέρας:(στον σεφ): -Δεν είναι μυθιστόρημα αγαπητέ. Σε ξαναρωτάω. Μπας ξέρει κανείς άλλος εδώ μέσα;
Σεφ: -Το μυθιστόρημα;
Πατέρας: -Φίλε μου αφού έχεις το κουράγιο και για λογοπαίγνια, πάει να πει είσαι πολύ ψύχραιμος. Για να δούμε όμως πόσο ψύχραιμοι θα είστε όταν θα καταθέσουμε κι εμείς αυτά που είδαμε.
Σεφ: (Ειρωνικά) -Τι είδατε κύριε που δεν έχει δει ακόμα η υπομονή μου;
Εμφανίζεται στην πόρτα κουτσαίνοντας, ο φύλακας του πάρκου ο ινδός, κρατώντας το σακίδιο της μικρής.
Μάνα: -Παναγιά μου, δεν θα προλάβουμε, μας ανακάλυψε. Κύριε για όνομα του θεού, αν είστε Έλληνας, αν είστε χριστιανός, αν είστε αθώος και δεν έχετε πραγματικά ιδέα, σώστε μας!
Σεφ: (στον ινδό) -Τι θέλεις; Τους ξέρεις;
Ινδος: -Με ξέρεις εσύ. Εγώ από πάρκο απέναντι. Κορίτσι εδώ άφησε σάκο της. Είδα που μπήκανε και έφερα
Μάνα: -Πως μας είδε; Καθόταν έξω στη βροχή και μας παρακολουθούσε; Θέλει να μας σκοτώσει όπως σκότωσε και τη γυναίκα στο πάρκο; Κρατείστε τον, να καλέσουμε την αστυνομία. Μάνο πως μπορείς και τρως; Κινδυνεύουμε!
Πατέρας:- Κάνω αντιπερισπασμό. Δεν άκουσες; Γνωρίζονται. Τι ζητάς βοήθεια απ’ αυτούς; Και το τηλέφωνο κομμένο θα το’ χουν. Πήγαινε να δεις.
Μάνα: (στο σερβιτόρο):- Έχετε κόψει και το τηλέφωνο βρε; Δείξε μου γρήγορα το τηλέφωνο.
Ο σερβιτόρος της δείχνει το τηλέφωνο. Αυτή κάνει μια προσπάθεια να καλέσει, είναι νεκρό.
Μάνα: -Είχες δίκιο Μάνο, είναι νεκρό! Σήκω!
Σεφ: -Θα κόπηκε λόγω της μπόρας. Συμβαίνει.
Πατέρας: -Τότε όμως κόβεται και το ηλεκτρικό, γιατί έχετε ακόμα ηλεκτρικό;
Σεφ: -Αααα, μα φτάνει πια! Που να ξέρω;
Πατέρας: Ακριβώς, δεν ξέρεις. Αλλά μη διανοηθείτε ν’ απλώσετε χέρι πάνω μας, θα πουλήσουμε ακριβά το τομάρι μας. Κυρίως μη διανοηθείτε να μου πειράξετε το παιδί.
Σεφ: -Μα δεν υπάρχει ένας άνθρωπος λογικός εδώ μέσα; Ένα τρελάδικο να τους μαζέψει;
Ινδος: -Κοριτσάκι τους φταίει.
Μάνα: (σε υστερία): -Κάτω τα χέρια απ’ το παιδί μου!
Ινδός: -Κοριτσάκι έθαψε κούκλα από έκθεση, στο πάρκο. Είδα εγώ.

Οι γονείς κοιτάζουν το κορίτσι.
Γονείς μ’ ένα στόμα. –Λίνα;
Κορίτσι: -Πλάκα έκανα μωρέ!
Πατέρας: -Και γιατί μας άφησες να έρθουμε εδώ; Γιατί μας άφησες να εκτεθούμε και σε τρίτους;
Κορίτσι: -Γιατί όταν είπες να έρθουμε εδώ, μου άρεσε. Επιτέλους θα κάναμε κάτι που μου αρέσει. Πότε άλλοτε θα έχω την ευκαιρία να καθίσω σε κυριλέ μαγαζί με σας τους τσιγκούνηδες; Άσε που έβρεχε κι όλας. Θα με τραβολογούσατε μέσα στη βροχή, να γίνω παπί, να κρυώσω, να πάθω πνευμονία, να πεθάνω…
Μάνα: -Σώπα παιδάκι μου μη λες τέτοια λόγια
Πατέρας: -Α ρε γυναίκα ουφο. Ούτε μετά απ’ αυτό έμαθες. Τσιμπάς με όλα.
Μάνα: -Ενώ εσύ άντρα μου; Κολόνα του σπιτιού μας;
Κορίτσι: -Κι όχι μόνο, Ράμπο και αντιρατσιστής!
Σεφ: -Άντε πάρετε τώρα δρόμο από δώ, μην καλέσω εγώ την αστυνομία.
Μάνα: -Μάλιστα κύριε σεφ μας, φεύγουμε. Γαμώτο αφάγωτες θα γυρίσουν πίσω οι γεμιστές μου αγκινάρες. Ας όψεται η τρέλα μας.
Σεφ: (γεμάτος ενδιαφέρον): -Γεμιστές αγκινάρες; Πως τις φτιάχνεις; Τι βάζεις μέσα;
Μάνα: -Α να σου τα πω από την αρχή, καταπληκτική συνταγή.
Πατέρας και κόρη τη φωνάζουν από την πόρτα. Αυτή τους κουνάει το χέρι ενοχλημένη και τους γυρίζει την πλάτη.
Μάνα:(στο σεφ): -Καθαρίζουμε που λετε τις αγκινάρες από τα’ αγκάθια τους και τα φύλλα και τις αδειάζουμε μ’ ένα κουτάλι. Μετά τις ρίχνουμε στο λεμόνι για να μην μαυρίσουν και στο μεταξύ ετοιμάζουμε τη γέμιση….Ρυζάκι, κρεμμυδάκι, μπόλικο μαϊντανό ….
Ο Σεφ την ακούει με μεγάλη προσοχή, οι άλλοι δυο απηυδισμένοι βγαίνουν έξω. Τα φώτα χαμηλώνουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: