Ελένη Μπάλιου ( μάθημα κ. Κυριάκου Χατζημιχαηλίδη)
Πρόσωπα
Ολυμπία 45
Βάνα 30
Σάκης 34
Σπύρος …
Το σκηνικό.
Το καφέ είναι γεμάτο από μηχανόβιους κάθε ηλικίας. Κράνη ακουμπισμένα στα τραπέζια, στις καρέκλες και κάτω, μουσική χιπ χοπ δυνατά, μπουκάλια μπύρας απλωμένα στα τραπέζια. Δίπλα από το μπαρ στον τοίχο υπάρχει ένας πίνακας με φωτογραφίες από αγώνες και εκδρομές, θαμώνων και αθλητών του σπορ. Η Ολυμπία, μια γυναίκα με σοφιστικέ λουκ γύρω στα σαρανταπέντε, είναι νευρική. Κρατάει το ποτήρι σφιχτά με τα δυο της χέρια πάνω στο τραπέζι και κοιτάζει πάνω από τα στρογγυλά της γυαλάκια, μια την πόρτα και μια το χώρο ολόγυρα. Οι θαμώνες την κοιτάζουν κι αυτοί με περιέργεια. Με τη φράση «άλλο ένα» και το ποτήρι ψηλά, η γυναίκα ζητάει από το σερβιτόρο άλλο ένα κονιάκ.
Ο σερβιτόρος παίρνει το άδειο ποτήρι από το τραπέζι της και ακουμπά ένα γεμάτο. Η τριαντάχρονη Βάνα εμφανίζεται στο μπαρ προσπαθώντας ακόμα να βγάλει το κράνος από το κεφάλι της. Ύστερα με τα μαλλιά της ανασηκωμένα στην κορφή, κοιτάζει γύρω της. Πλησιάζει στο πρώτο τραπέζι που είναι αρκετά μακριά ακόμα από το τραπέζι της Ολυμπίας, χτυπάει ευδιάθετα την παλάμη της στον αέρα με την παλάμη ενός θαμώνα. Λέει μερικά λόγια μαζί του. Ύστερα σηκώνει το χέρι της σε δυο τρεις από άλλες μεριές που την καλοχαιρετούν και καταλήγει στο τραπέζι της Ολυμπίας.
Βάνα (φιλώντας την καθώς πάει να καθίσει):
-Άργησα τόσο; Είσαι κι όλας στο δεύτερο ποτήρι.
Ολυμπία (γελώντας χαρούμενα):
-Στο τρίτο, βρίσκομαι ήδη τρία τέταρτα εδώ. Όχι, δεν άργησες εσύ, εγώ βιάστηκα.
Βάνα: -Να σου πω την αλήθεια πίστευα ότι θα χαθείς στο δρόμο. Αλλά εσύ πάτησες τα γκάζια σου από νωρίς μάλλον. Και γιατί εδώ η συνάντηση;
Ολυμπία: -Τα πάτησα ναι. Αν δεν έτρεχα να προλάβω το λεωφορείο θα το έχανα και θα περίμενα άλλη μισή ώρα στο δρόμο. Εδώ, για να μη σου αλλάξω τις συνήθειες. Αλλά δεν ήξερα πως τους γνωρίζεις και όλους.
Βάνα: -Δεν σε πιστεύω. Εσύ δεν είσαι που λες ότι πρέπει να σπάμε τις συνήθειες; Κάτι άλλο είχες κατά νου, εμπρός λέγε. Και δεν τους ξέρω όλους. Μόνο η μισή Ελλάδα έρχεται εδώ.
Ολυμπία: -Κατάλαβα, μόνο τους Έλληνες μετανάστες δεν ξέρεις. Θα σου πω κάνε λίγη υπομονή. Πάντα βιαστική…
Βάνα: -Να μου πεις καταρχήν γιατί ήθελες να βρεθούμε εδώ. Την αλήθεια όμως. Δεν σε τράβηξε η μυρωδιά της βενζίνης, ούτε η αγάπη σου για τις μηχανές.
Ολυμπία: -Οκ, ήθελα να βρεθώ στο περιβάλλον σου. Κακό είναι; Μήπως σ’ ενοχλεί η επιλογή του μέρους;
Βάνα: -Έλα ρε, τι είμαστε γκόμενοι για να μη μας δουν; Και γιατί με λες βιαστική; Στο μάθημα δεν είμαι.
Ολυμπία: Τώρα δεν βιάζεσαι, τον πρώτο καιρό καθόσουν στα καρφιά, με το ζόρι παρακολουθούσες. Και δηλαδή τους γκόμενους κατά τη γνώμη σου δεν πρέπει να τους βλέπει κανείς;
Βάνα: -Δεν ξέρω τι πρέπει. Όταν είναι παράνομοι όμως, κρύβονται. Τι να’ κανα βρε Ολυμπία, αφού ερχόταν από κάτω ο άλλος και με περίμενε.
Ολυμπία: -Εγώ πάντως δεν κρύβομαι.
Βάνα: -Γιατί να κρυφτείς; Παράνομη είσαι;
Ολυμπία: (στριμωγμένη)-Ποτέ δεν ξέρεις
Βάνα: -Μη μου το παίζεις λασπωμένη πινακίδα τώρα.
Ολυμπία: -Αυτά να μην είχες..Και δεν μου λες; Μόνο οι κλέφτες κρύβουν τις κλεμμένες μηχανές για να μη τις δει κανείς; Οι άλλοι δεν τις προφυλάσσουν;
Βάνα: -Μέχρι και στο σαλόνι τους. Αλλά εσύ δεν αγόρασες «έρωτα» για να φοβάσαι μη στον κλέψουν.
Ολυμπία: -Αγοράζεται δηλαδή και ο έρωτας;
Βάνα: -Όταν είναι εξακύλινδρος με ανατομική σέλα, αόρατες ζάντες και τελική 300, αγοράζεται. Και σε κάτι άλλες περιπτώσεις επίσης. ΣΠΥΡΟ!
Η Βάνα κοιτάζει προς τη μεριά του σερβιτόρου.
Βάνα: -Έχω λυσσάξει για ένα ποτό, τι κάνει ρε γαμώτο…
Ολυμπία: -Θα πάω εγώ να σου φέρω, χαλάρωσε.
Βάνα: -Ξεκόλλα, δεν είμαστε στο σπίτι σου. Εδώ είναι δικά μου χωράφια. Θα πάω εγώ. Θέλεις να σου φέρω κάτι;
Ολυμπία: -Άλλο ένα από τα ίδια.
Βάνα: -Είσαι σίγουρη; Θα είναι το τέταρτο. Ο Σπύρος με το που μπήκα, μου είπε πως είσαι νεροφίδα. Σε βλέπω να φρενάρεις σε λάδια.
Ολυμπία: -Θα γίνει, αλλά όχι απ’ το κονιάκ. Φέρε μου άλλο ένα.
Βάνα: -Εντάξει, το πολύ πολύ να σε φορτώσω σ’ ένα ταξί μετά.
Ολυμπία (ψιλοζαλισμένη, σκέπτεται για πέντε δευτερόλεπτα): -Δεν μου αρέσει να με φορτώνουν.
Βάνα: -Εντάξει τότε, θα σε δέσω πάνω μου. Περίμενε έρχομαι.
Η Βάνα απομακρύνεται προς το μπαρ, η Ολυμπία επικεντρώνει την προσοχή της στη συζήτηση του διπλανού τραπεζιού.
Θαμώνας α: -Μα τι ντουβάρι ρε παιδί μου. Σου λέμε, δεν αξίζει αυτό το μηχάνημα τα λεφτά του. 125 κυβικά πέντε χιλιάδες ευρώ, τι να το κάνεις ρε; Θα βογκήξει το μηχανάκι στα ταξίδια. Άσε που δεν θα μπορείς να ακολουθήσεις ούτε την ομάδα.
Θαμώνας β: -Δεν την θέλω ταξιδιαρα ρε, για μέσα στην πόλη την θέλω. Την έχεις δει; Δες την πρώτα και μου λες.
Θαμώνας α: -Μα καλά για μηχανές θα λέμε τώρα ή για παιχνίδια;
Θαμώνας β: -Μπαλαρίνα του δρόμου. Τι πιο όμορφο…
Βάνα (Που στο μεταξύ περνώντας αναμεσά τους καταφθάνει με τα ποτά):
-Ρε Μίχο, γιατί δεν παίρνεις καλύτερα ένα αυτοκινούμενο με χειροκοντρόλ; Θα φχαριστηθείς πιρουέτες στην τελική και θα γλυτώσεις ένα σωρό λεφτά.
Ολυμπία: -Αυτό θα το πάρω εγώ, που δεν οδηγάω ούτε ποδήλατο.
Βάνα: -Μια σοφιστικέ γυναίκα σαν εσένα γλυκιά μου, οφείλει να κυκλοφορεί με Χάρλεϊ. Θα σε αναδείξει.
Ολυμπία: -Με αναδεικνύουν μια χαρά και τα πόδια μου. Κάθε πράγμα στον καιρό του δεν λένε;
Θαμώνας α: -Ωραία πόδια…συμφωνώ.
Βάνα: (Στον α) -Πύραυλε βούλω..(Στην Ολυμπία) -Ο καιρός για μερικούς παραμένει πάντα ο ίδιος.
Θαμώνας α:- Δεν θα μας γνωρίσεις τη φίλη σου Βάνα;
Ολυμπία (ψιθυριστά)- Εσύ μού’ λειπες…
Βάνα: -Από δω η δασκάλα μου παιδιά, των αγγλικών. Όλι, από δω οι άχρηστοι φίλοι μου.
Χαμογελώντας πλατιά η Ολυμπία κουνάει σε όλους το κεφάλι. Ύστερα απευθύνεται στην Bάνα.
Ολυμπία: -Υπάρχει τρόπος να τα πούμε λίγο πιο ήσυχα; Ή θα μας την πέφτουν αυτοί συνέχεια;
Βάνα: -Μη σε νοιάζει, έτσι κάνουν στην αρχή, ιδίως όταν δουν καινούργιο άτομο. Είσαι και όμορφη τι να σου κάνω, τσίμπησαν.
Ολυμπία: -Έλα ρε άσε το δούλεμα. Σαν κακοσυντηρημένη R25 είμαι.
Η Βάνα σκάει στα γέλια.
Βάνα: -Με ξαφνιάζεις μεγάλη. Που τις ξέρεις εσύ τις R25;
Ολυμπία: -Ε κάτι ξέρουμε κι εμείς. Είχε μια ο πατέρας μου, παρατημένη από τους Γερμανούς στην κατοχή. Μας έβαζε στην καρότσα και πηγαίναμε για μπάνιο στο καβούρι.
Βάνα: -Όλο εκπλήξεις είσαι. Έλα, πάμε σε κείνο το τραπέζι στη γωνία που άδειασε. Θα καταλάβουν πως θέλουμε την ησυχία μας και θα το κόψουν.
Ολυμπία (διστακτικά): -Δεν το αφήνουμε για μιαν άλλη μέρα ρε Βάνα; Δεν ήταν πολύ καλή ιδέα να έρθω εδώ μέσα. Έπειτα έχω κατεβάσει ήδη 4 κονιάκ.
Βάνα: -Δεν σε ξέρω να πίνεις, τι σ’ έπιασε; Όχι, σήμερα θα μου πεις αυτό που θέλεις, αφού ήρθες γι’ αυτό. Βλέπεις; Μας ξέχασαν κι όλας. Έλα χαλάρωσε και πες μου. Κι άσε το ρημάδι το τσιγάρο από το χέρι σου!
Η Βάνα της παίρνει το τσιγάρο που πάει ν’ ανάψει και το βάζει πίσω στο πακέτο.
Βάνα: -Πες μου τώρα. Έχεις βρει κάτι για μένα δεν είναι έτσι;
Ολυμπία: -Είναι πολύ καλή δουλειά Βάνα. Κίνησα γη και ουρανό για να βρω αυτό το φίλο μου, αλλά ήξερα ότι δουλεύει ακόμα στην αντιπροσωπεία με τις μηχανές. Δεν ήταν στο υποκατάστημα που συνήθως τον έβρισκα, έχουν ανοίξει ένα στην Κρήτη και τον έστειλαν εκεί σαν γενικό διευθυντή. Γνωρίζει όμως πρόσωπα σε καίριες θέσεις εδώ κι έτσι όταν τον βρήκα τελικά και μιλήσαμε τηλεφωνικά, μου είπε πως έχουν για σένα την κατάλληλη θέση.
Αυτοί όλοι είναι τεχνοκράτες, της καρέκλας. Χρειάζονται λοιπόν ένα άτομο στις παραλαβές κι έναν δοκιμαστή. Μάντεψε που θα πας εσύ.
Βάνα: -Μη μου πεις! Θα με πάρουν για test driver? Πως το κατάφερες αυτό ρε θηρίο;
Ολυμπία: -Στην Ελλάδα όπως ξέρεις είμαστε ακόμα σε πολλά πράγματα πίσω. Δεν ήταν ότι πιο εύκολο να τον πείσω πως μια κοπέλα μπορεί να κάνει αυτή τη δουλειά. Με ρώτησε αν έχεις λάβει μέρος σε αγώνες, αυτό θα έκανε την αποφασή του ευκολότερη. Αλλά δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Δεν μου έχεις πει.
Βάνα: -Φυσικά έχω λάβει μέρος, πλάκα μου κάνεις; Έχω και μετάλλια από τους αγώνες στο Τατόι και στη Ρόδο. Δεύτερη και Τρίτη. Ετοιμάζομαι να πάω και στους επόμενους. Θα σκίσουμε φέτος. Γιατί νομίζεις με ζητάνε στην Αγγλία;
Ολυμπία: -Αυτό θ’ ακουστεί πολύ καλά. Δεν μένει παρά να σου κλείσω ένα ραντεβού με τον Μίλτο και να συναντηθείτε. Δεν πιστεύω να έχεις αγώνα τώρα κοντά και να μου την κοπανήσεις για κανένα Παρίσι-Ντακάρ;
Βάνα: -Μα δεν είναι στην Κρήτη αυτός; Όχι το καλοκαίρι είναι ο αγώνας στη Ρόδο.
Ολυμπία: -Και τι είναι η Κρήτη για έναν διευθυντή αντιπροσωπείας μωρό μου; Μισή ώρα με το αεροπλάνο. Άλλωστε έρχεται σχεδόν κάθε Σαβ/κο στην Αθήνα.
Βάνα: -Υπέροχα. Θα μαζέψουμε λοιπόν κανένα φράγκο μέχρι του χρόνου.
Ολυμπία: -Βάνα, η δουλειά αυτή δεν είναι για μέχρι του χρόνου. Είναι μόνιμη. Θα κάνεις το ίδιο πράγμα εδώ και θα πληρώνεσαι καλά. Αυτό δεν ήθελες; Τι είναι αυτό το κόλλημα με την Αγγλία…
Βάνα: -Θέλω να ζήσω μια φορά έξω βρε αδερφε! Βαρέθηκα να κυνηγάω τις ευκαιρίες στην ψωροκώσταινα! Θέλω να μυρίσω λίγο Ευρώπη. Δεν σκοπεύω να κάνω άλλη δουλειά, αυτήν αγαπάω και ξέρεις καλά ότι εδώ, μόλις σκάσει ένας πρωταθλητής με όνομα, θα με στείλουν καλλιά μου. Εκεί υπάρχουν προοπτικές εξέλιξης, μέχρι και για μηχανικό στα πιτς μπορούν να με πάρουν. Τι σκατά σπούδαζα τόσα χρόνια; Για να το βλέπω μόστρα στον τοίχο μου;
Ολυμπία: -Εγώ δεν βλεπω τη διαφορά. Τα ίδια μπορείς να κάνεις κι εδώ. Αλλά σου έχει ξεσηκώσει τα μυαλά ο προκομένος σου. Αλήθεια τι κάνει; Πως τα πάτε οι δυο σας;
Βάνα: -Καλά, ο Σάκης δεν κρατιέται. Τον βλέπω να φεύγει και νωρίτερα, για να μας βρει σπίτι. Πάντως για σου πω την αλήθεια, τη φοβάμαι την συγκατοίκηση μαζί του Ολι μου. Καλά, πολύ καλά περνάμε έτσι. Αλλά όταν μένεις μαζί, αλλάζουν πολλά.
Ολυμπία: -Πρέπει να σκεφτείς τότε. Μήπως του λες ότι το θέλεις για να μη του χαλάσεις το χατήρι; Γιατί δεν τον αφήνεις να πάει αυτός να δει κι αν αξίζει ο κόπος να πάρει και σένα; Τι θα γίνει αν τα πράγματα δεν πάνε καλά και χάσεις τις ευκαιρίες σου κι εδω;
Βάνα: -Η δουλειά είναι σίγουρη, εκείνο που δεν ξέρω είναι αν θ’ αντέξω το κλίμα στην Αγγλία και το κλίμα της συγκατοίκησης. Αφού από τώρα θέλει να με στρώσει, να βάλει λέει τη ζωή μου σε τάξη, φαντάσου τι έχει να γίνει τότε. Έλα άσε με κι εσύ τώρα! μη μου σπέρνεις ζιζάνια…
Ολυμπία: -Κοίτα πόσους φίλους έχεις εδώ πέρα, δεν θα τους έχεις αυτούς εκεί.
Βάνα: -Ούτε και σένα.
Ολυμπία: -Καλά δεν χάνεις και τίποτα απ’ αυτό.
Βάνα: -Τι; Αυτό είναι που μου τη δίνει περισσότερο. Δεν θα έχω κανέναν να εμπιστευτώ. Θα μου λείψουν τα παιδιά αλλά με σένα Ολυμπία, μπορώ να μιλήσω για όλα.
Ολυμπία: (αμήχανη) -Ουδείς αναντικατάστατος. Αν πράγματι σου έλειπα δεν θα έπαιρνες στο άρπα κόλλα αποφάσεις. Εσύ ούτε καν μου είπες τι σκέφτεσαι. Μόνο τι αποφάσισες.
Βάνα:- Χρειάζομαι άλλο ένα ποτό. ΣΠΥΡΟ!
Ολυμπία: -Ήπιες κι άλλο όταν πήγες στο μπαρ ε; Μην πίνεις οδηγάς, δεν πρέπει.
Βάνα: -Θα δέσεις εσύ εμένα πάνω σου τότε. ΣΠΥΡΟ!
Πλησιάζει ο Σπύρος, ο σερβιτόρος μ’ ένα σφηνάκι. Το αφήνει στο τραπέζι τους και φεύγει.
Ολυμπία: -Βλέπω τα ξέρει τα χούγια σου. Πάντα πίνεις όταν έρχεσαι εδώ;
Βάνα: -Όχι, μόνο όταν είμαι στριμωγμένη.
Ολυμπία: -Ποιος σε στρίμωξε; Εγώ;
Βάνα: -Όχι εγώ. Ολι ξέρεις, μου συμβαίνει κάτι μαζί σου που δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Όταν περάσει μια μέρα χωρίς να σε δω, μου έρχεται να έρθω σου χτυπήσω την πόρτα μεσ’ στα μεσάνυχτα. Καμιά φορά περνάμε από το σπίτι σου με τον Σάκη και του λέω, περίμενε να δω αν έχει φως. Αυτός όμως δεν σταματάει. Μετά από μια γεμάτη μέρα με τον Σάκη, αποζητώ τη συντροφιά σου λες κι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να ηρεμήσω. Πολύ στην τσίτα με έχει αυτό το παιδί.
Ολυμπία: -Ίσως περνάτε πολλές ώρες μαζί και σε κουράζει. Όλους θα τους κούραζε.
Βάνα: -Μα το κακό είναι ότι συμβαίνει ακριβώς το ανάποδο. Δεν με κουράζει καθόλου. Αλλά καθόλου! Κι αυτό μου τη δίνει.
Ολυμπία: -Θέλεις να πεις δεν ασχολείται μαζί σου;
Βάνα: -Πως αμέ! Μας βλέπεις ποτέ χώρια; Όλα μαζί τα κάνουμε. Εκτός από αυτά που πρέπει να κάνουμε μαζί.
Ολυμπία: -Δεν το πιστεύω. Δεν κάνετε έρωτα μαζί;
Βάνα: -Όλι μου, αυτός με περνάει μάλλον για σέλα. Τι να πω…Κάνουμε σεξ. Ο έρωτας όμως, είναι κάτι άλλο όπως έχω ακούσει.
Ολυμπία: -Τι είναι ο έρωτας για σένα Βάνα;
Βάνα: -Θυμάμαι κάτι λευκώματα που συμπληρώναμε στο γυμνάσιο…τι εστί έρως. Γράφατε κι εσείς λευκώματα; Εγώ αυτό το έχω αφήσει αναπάντητο.
Ολυμπία: -Ε, πως! πριν από λίγο μου το περιέγραψες. Εξακύλινδρο, με αόρατες ζάντες και τελική 300. Το ξέχασες;
Βάνα: -Δεν στα΄πα όλα για να μη βαρεθείς. Αεροδυναμική γραμμή, ανατομική σέλα, ηλεκτρονικοί μετρητές, αυτόματο σύστημα καθαρισμού…
Ολυμπία: -Τι καθαρίζει αυτό;
Βάνα: -Τα μυαλά στα κάγκελα.
Γελούν ταυτοχρόνως. Πέφτει μια σιωπή 15 δευτερολέπτων κοιτάζονται. Η μουσική έχει αλλάξει. “Dust in the wind”. Οι φωνές από γύρω έχουν χαμηλώσει. Η Βάνα είναι αμήχανη.
Βάνα: -ΣΠΥΡΟ!
Ολυμπία: -Πάψε. Δεν θα πιείς άλλο.
Βάνα: -Οκ, δεν θα πιώ άλλο. ΣΠΥΡΟ!
Ολυμπία: -Άσε το Σπύρο και μίλα μου.
Βάνα: -Ε τι άλλο να σου πω; Στα είπα.
Ολυμπία: -Έπεσες σε λακούβα και δεν ακούστηκες. Ξαναπέστο.
Βάνα: Μούφα η σούζα ε; Ολυμπία, σε γουστάρω.
Ολυμπία: - (Στη Βάνα χαμηλόφωνα): Εννοείς… (μεγαλόφωνα)ΣΠΥΡΟ!
Βάνα: -Εννοώ. (γελάει)
Η Ολυμπία την κοιτάζει αμίλητη μην τολμώντας να πιστέψει αυτό που μόλις άκουσε.. Ακούγεται μόνο η μουσική. Η Βάνα στο φόβο της απόρριψης κοιτάζει τα χέρια της. Παίζει με κάτι που έβγαλε από την τσέπη της. Η μουσική τελειώνει. Η Ολυμπία αγγίζει απαλά τα δάχτυλα της Βάνας.
Ολυμπία: -Αστο αυτό το ρημάδι, τι είναι;
Βάνα: -Μια βίδα που λασκάρισε κι έπεσε. Θα την βάλω στη θέση της.
Ολυμπία: -Θα έχεις πρόβλημα χωρίς αυτήν;
Βάνα: -Δεν ξέρω, θα έχω; Που είναι ο Σπύρος…
Ολυμπία: Εγώ λέω πως όχι, αλλά τι ξέρω…Ξέχνα το Σπύρο, φεύγουμε.
Βάνα: -Δεν είναι άσχημη ιδέα. Που πάμε όμως;
Ολυμπία: -Για σούζες. Σήκω! Δεν έλεγες χθες πως σε εμπνέει το σπίτι μου;
Βάνα: Δεν ξέρω αν είναι, τα ριχτάρια στον καναπέ σου, τα μυρωδικά στικς, η μουσική σου, αλλά είναι το μόνο μέρος που καταφέρνω να ηρεμήσω. Πάμε.
Σηκώνονται επάνω και αρχίζουν να φοράνε τα σακάκια τους. Ανοίγει η πόρτα καθώς ετοιμάζονται και εισέρχονται τρεις άντρες με κράνη, ο τελευταίος είναι ο Σάκης. Η Βάνα και η Ολυμπία κοιτάζονται με απογοήτευση. Ο Σάκης Χαιρετά τους θαμώνες βιαστικά και προχωρά προς το μέρος τους.
Σάκης: -Μωρό μου εδώ είσαι; Έφαγα τον κόσμο να σε βρω. Γιατί έχεις κλειστό το κινητό σου; Αφού ξέρεις ότι ανησυχώ. Γειά σου Ολυμπία, τι κάνεις; Αν με είχε ειδοποιήσει ότι είναι μαζί σου θα είχα το κεφάλι μου ήσυχο.
Ολυμπία και Βάνα γελάνε.
Ολυμπία: -Μια χαρά Σάκη, μην την μαλώνεις, εγώ φταίω. Την είχα πάρει μονότερμα εδώ πέρα με τα δικά μου και ξεχαστήκαμε.
Σάκης: -Μα δεν με πειράζει, αλλά ξέρεις τώρα τη Βάνα, μπορεί να βρεθεί από τη μια άκρη της Αττικής στην άλλη και κυκλοφορούν μαλάκες στο δρόμο…
Βάνα: -Μωρό μου με συγχωρείς, έχεις δίκιο. Δεν είχα πάρει είδηση ότι είναι κλειστό το κινητό μου.
Σάκης: -Έτσι είναι. Όταν μπλέκουν δυο γυναίκες μαζί και θάβουν, τίποτα δεν παίρνουν είδηση.
Βάνα: -Έλα καχύποπτε…θα μείνεις εδώ εσύ; Εγώ πάω με την Ολυμπία στο σπίτι της για μάθημα..
Σάκης: -Δεν μπορεί να γίνει σήμερα αυτό, να το αναβάλετε. Ολυμπία με συγχωρείς που θα σας το χαλάσω αλλά είμαστε καλεσμένοι στο σπίτι του Σταύρου. Πάει να καταταχτεί στο στρατό αύριο το πρωί και μας θέλει όλους εκεί απόψε.
Βάνα: -Δεν γίνεται να πας χωρίς εμένα;
Ολυμπία: -Αστο Βάνα δεν πειράζει, μπορεί να χτυπήσει άσχημα η απουσία σου, καλύτερα να πας με τον Σάκη.
Σάκης: -Καλά που έχω κι εσένα να της βάζεις μυαλό. Σου χρωστάω ένα κέρασμα.
Ολυμπία: -Πες πως αυτό έχει γίνει.
Σάκης: -Ε όχι, θα γίνει…
Βάνα: -Πάψε ρε Σάκη τώρα, άντε προχώρα αν είναι να φύγουμε.
Σάκης: -Τι έπαθες παιδί μου εσύ; Τόσο πολύ σπάστηκες; Νόμιζα πως τον αγαπάς το Σταύρο.
Βάνα: -Δεν είναι κει το θέμα, έχω πονοκέφαλο, είπα να τη βγάλω κι ένα βράδυ ήρεμα. Όλο στον ένα και στον άλλο τρέχουμε μια βδομάδα τώρα.
Σάκης: -Έχεις δίκιο μωρό μου. Μετά από αυτό όμως σου υπόσχομαι, θα ηρεμήσουμε. Πιες ένα ντεπόν.
Ολυμπία: -Μη της δώσεις ντεπόν, έχει πιεί αλκοολ.
Σάκης στη Βάνα: -Πόσα ήπιες;
Βάνα: -Τίποτα, δυο.. (Σηκώνει δυο δάχτυλα μπροστά στα μάτια του Σάκη)
Ολυμπία: -Τρία
Σπύρος (ο σερβιτόρος που περνάει δίπλα τους): -έξι.
Σάκης: -Μάλλον πρέπει να σε πάω σπίτι. Μου ήθελες και μάθημα. Εσύ ρε Ολυμπία δεν την είδες;
Ολυμπία: -Δεν είδα τι ήπιε στο μπαρ, αλλά την είδα που ζαλίστηκε, γι’ αυτό είπα να την πάρω από εδώ.
Σάκης: -ΜΕ ΤΗ ΜΗΧΑΝΗ;;;Δεν την αφήνει αυτή τη μηχανή της.
Βάνα (Ψευδίζοντας): -Σιγά μη την αφήσω! Ο καλός ο καπετάνιος... Δεν είμαι και λιώμα. Πονοκέφαλο έχω μόνο.
Σάκης: -Οκ τότε. Θα έρθεις με τη δικιά μου και θα αφήσουμε τη δικιά σου εδώ. Σπύρο, πάρε τα κλειδί της μηχανής της. Όταν κλείσεις βάλ’ την μέσα στο μαγαζί.
ΣΠΥΡΟΣ: Με τη φίλη της μαζί;
Βάνα: -Πολλά λες…εσύ.
Ολυμπία: -Λοιπόν παιδιά μου εγώ σας αφήνω. Περαστικά της και καλός φαντάρος ο φίλος σου Σάκη.
Βάνα οργισμένη: -Βαρέθηκα να μου λες τι να κάνω. Βαρέθηκα να με πηγαίνεις και να με φέρνεις. Βαρέθηκα να τα κανονίζεις όλα εσύ για μένα. Βαρέθηκα να σου περνάει όλο το δικό σου!
Σάκης: -Μα αγάπη μου, έχεις πιεί…και δεν μου φαίνεται πως ήπιες μόνο έξι…
Σπύρος (εξ αποστάσεως): -Έξι ήταν, αλλά την έπιασαν. Περίεργο…
Ολυμπία: -Ηρέμησε μικρή. Θα πας με το Σάκη, κι αύριο θα έρθεις για μάθημα κανονικά.
Βάνα: -Σε βαρέθηκα και σένα! Δεν παίρνεις το μέρος μου, παίρνεις το δικό του. Κι εσύ μου λες τι να κάνω. Όλοι ξέρετε καλύτερα από μένα για μένα! Δεν την θέλω τη σκατοδουλειά! Πες στον φίλο σου ότι δεν θα πάω. Ούτε και μαζί σου θα έρθω ρε! Δεν έρχομαι στην Αγγλία να μου βάλεις σε τάξη τη ζωή μου. Δεν την θέλω την τάξη σας! Αταξία θέλω. Μ’ ακούτε; Εσύ Ολυμπία περίμενα πως θα με καταλάβεις, αλλά κι εσύ με κάνεις πάσα στον πασά.
Ολυμπία: -Σάκη καλύτερα να την πας στο σπίτι της. Θα τηλεφωνηθώ αύριο μαζί της. Είναι χάλια, λυπάμαι, δεν το κατάλαβα. (Στην Βάνα). Μάτια μου μην κάνεις έτσι. Δεν θα σε πάει κανείς με το ζόρι πουθενά. Πήγαινε σπίτι να ηρεμήσεις, να ξεκουραστείς. Τα λέμε αύριο.
Βάνα στο Σάκη: -Να πάμε σπίτι ναι ναι. Να ηρεμήσουμε μαζί. Να κάνουμε κι έρωτα. Έρωτα όμως από αυτόν που γράφουν στο λεύκωμα έτσι; Ν’ απαντήσουμε και στην ερώτηση τι εστί έρως. Χωρίς χιπ χοπ. Μου το υπόσχεσαι; Να μου ανάψεις και μυρωδικά στικς, σαν αυτά που έχει στο σπίτι της η Ολυμπία. Μου το υπόσχεσαι; Πες μου ναι!
Σάκης νευρικός και αμήχανος: -Ναι μωρό μου, ναι, έλα προχώρα σε παρακαλώ…ρε τι πάθαμε…τη την έπιασε με τα μυρωδικά στικς ρε Ολυμπία;
Βάνα: -Όλι σε έχω μάρτυρα, μου το υποσχέθηκε. Θ’ απαντήσουμε στην ερώτηση τι εστί….
Ολυμπία: -Δεν ξέρω Σάκη μου, τι την έπιασε, άντε καλό βράδυ…
Η Ολυμπία φεύγει βιαστικά σαν κυνηγημένη. Ο Σάκης μετά την αποχώρηση της Ολυμπίας τραβάει τη Βάνα στην έξοδο. Η Βάνα πια παραμιλάει
Βάνα: -Test driver, πιτς, Κρήτη; Πριτς! Ολυμπία; στους Ολυμπιακούς…Τότε. Τώρα τρέχει Σάκης εκτός συναγωνισμού. Μη γκαζώνεις ρε μωρό, δικιά σου είμαι. Δεν είμαι;
Σάκης: -Ναι καπετάνιε μου, δικιά μου…Ρε ΣΠΥΡΟ! Φώναξε ένα ταξί που να με πάρει ο διάολος. Θα της έπεσε καμιά στάχτη στο ποτό.
Βάνα: -Να πάμε με την Ολυμπία τότε Σάκη μου, γιατί δεν πάμε όλοι μαζί;
Σάκης: -Πάει η Ολυμπία, έφυγε.
Βάνα: -Έφυγε; έτσι; Στην ψύχρα; Πάει…κι αποχαιρέτα την, την Ολυμπία που χάνεις….
Σάκης Πειραχτικά: -Πάειιι
Βάνα: -Πάειιιι! Μούφα η σούζα! Πάει.
Την παίρνει σχεδόν σηκωτή και χάνονται πίσω από την πόρτα.
Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
2 σχόλια:
Φιλενάδα, σε ορισμένα σημεία χάθηκα: αφένα εξαιτίας ελλειπών σκηνοθετικών οδηγιών (επί μέρους), και αφεδύο λόγω πολλά καμμένου εγκεφάλου... Αχαχαχαχαχαχα! "Μη μου το παίζεις λασπωμένη πινακίδα": Καλόοοο (Πρωτότυπο) Πως φαίνονται οι μηχανόβιες!!!
Δεν κατάλαβα. Σου βάζουμε επεξηγηματικά σου ξυνίζουν, σου βάζουμε ατάκες χωρίς επεξηγηματικά πάλι σου ξυνίζουν, τι θέλεις από τη ζωή μου πια; Για κάτσε ξαναδιάβασε λέω εγώ το κείμενο μόλις κάνεις φορμάτ στον εγκέφαλό σου ναι;
Δημοσίευση σχολίου